Το πρόσωπο λέγεται ότι είναι ο καθρέπτης της ψυχής. Σε αυτό φαίνονται όλα τα συναισθήματα που βιώνει κάποιος και αποτελεί – εν συνόλω – τον σημαντικότερο πομπό μηνυμάτων μη λεκτικής επικοινωνίας στο ανθρώπινο σώμα.

Από το στοργικό βλέμμα της μητέρας προς το νεογνό έως το δάκρυ ενός ηθοποιού και από τα σοβαρά και ψυχρά μάτια ενός παρουσιαστή ειδήσεων έως το σπινθηρίζον βλέμμα των ερωτευμένων το πρόσωπο μεταφέρει μηνύματα, που όταν έχουν την κατάλληλη ένταση και διάρκεια, ώστε να γίνουν αντιληπτά, συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της εκάστοτε επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων.

Μπορούν, όμως, μικροεκφράσεις, που δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές και γίνεται προσπάθεια από την πλευρά του πομπού να αποκρυφτούν, να επηρεάσουν υποσυνείδητα ένα ακροατήριο; Να μεταφέρουν, δηλαδή, μηνύματα, τα οποία – ενώ ο πομπός ίσως δεν θέλει να εκπεμφθούν – να επηρεάσουν τους αποδέκτες έμμεσα, διαμορφώνοντας τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους σχετικά με κάποιο γεγονός ή πρόσωπο;

Μια έρευνα του 1984 στις ΗΠΑ, αποκάλυψε κάποια πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία σχετικά με την δύναμη των εκφράσεων του προσώπου, ειδικά δε όταν αυτές εκπέμπονται από μια προσωπικότητα της τηλεόρασης, όπως αυτή ενός παρουσιαστή, έστω κι αν δεν είναι στις προθέσεις του να μεταφέρει στο τηλεοπτικό κοινό την προτίμηση ή την αποστροφή του σε σχέση με κάποιο άτομο.

Κατά τη διάρκεια των προεδρικών εκλογών του 1984 στις ΗΠΑ μια ομάδα ψυχολόγων, με επικεφαλής τον καθηγητή Brian Mullen του πανεπιστημίου Syracuse, διεξήγαγε ένα πείραμα για να αξιολογήσει τα ασυνείδητα εκπεμπόμενα συναισθηματικά μηνύματα από την πλευρά των παρουσιαστών κεντρικών δελτίων ειδήσεων τριών μεγάλων τηλεοπτικών δικτύων (ABC, NBC, CBS) σε σχέση με τους δύο υποψήφιους και την αποκωδικοποίησή και επιρροή τους στο ακροατήριο.

Το πείραμα είχε ως εξής: για μια εβδομάδα πριν την ημέρα των εκλογών η ομάδα κατέγραφε σε βίντεο τα δελτία και απομόνωνε τις σκηνές, όπου γινόταν λόγος για τους υποψήφιους από τους παρουσιαστές. Οι υποψήφιοι ήταν οι Walter Mondale και Ronald Reagan.

Τα τμήματα των βίντεο παρουσιάστηκαν με τον ήχο κλειστό σε μια ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι δεν είχαν καμία απολύτως γνώση του πειράματος και ζητήθηκε από αυτούς να αξιολογήσουν σε μια κλίμακα από το 0 (εξαιρετικά αρνητικά) έως το 21 (εξαιρετικά θετικά) τα συναισθηματικά μηνύματα που αντιλαμβάνοταν ότι εξέπεμπε ο παρουσιαστής σε σχέση με τον υποψήφιο.

Οι παρουσιαστές των καναλιών CBS και NBC χαρακτηρίστηκαν ουδέτεροι, από την ομάδα των ανθρώπων που βαθμολόγησαν τα βίντεο, ως προς το συναισθηματικό φορτίο που φαίνονταν να εξέπεμπαν κατά την παρουσίαση των υποψηφίων. Ο παρουσιαστής, όμως, του ABC παρουσίασε μεγάλες αποκλίσεις στη βαθμολογία του: για τον Mondale η βαθμολογία ήταν 13.38 ενώ για τον Reagan 17.44. Το πρόσωπο του παρουσιαστή, δηλαδή, εξέπεμπε θετικότερα μηνύματα όταν αναφέρονταν στον δεύτερο υποψήφιο.

Για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο παρουσιαστής του ABC να ήταν απλά πιο εκφραστικός, παρουσιάστηκαν στο ανωτέρω ακροατήριο και άλλα βίντεο με θεματολογία άσχετη ως προς τις προεδρικές εκλογές και τα αποτελέσματα της βαθμολόγησης έδειχναν ότι οι άνκορμαν των τριών καναλιών παρουσίαζαν την ίδια εκφραστικότητα και για αυτά.

Μετά το πέρας των εκλογών οι ερευνητές διεξήγαγαν μια τηλεφωνική ερεύνα σε διαφορετικές πόλεις των ΗΠΑ, όπου τυχαίο δείγμα πληθυσμού παρακολουθούσε τακτικά κάποιο από τα κεντρικά δελτία ειδήσεων των καναλιών αυτών. Τα αποτελέσματα ήταν θεαματικά: το ακροατήριο που την εβδομάδα πριν τις εκλογές παρακολουθούσε ABC έφτασε σε κάποιες πόλεις να ψηφίσει τον Reagan σε ποσοστό 75% εν αντιθέσει με όσους παρακολουθούσαν τα δύο άλλα κανάλια, οι οποίοι ψήφισαν τον Reagan σε ποσοστό 61,9%. Αλλού τα ποσοστά διαμορφώθηκαν 71.4% για τους τηλεθεατές του ABC σε σχέση με 50% για τους τηλεθεατές των άλλων δικτύων.

Όταν ο καθηγητής Mullen παρουσίασε τα αποτελέσματα της έρευνας, το ABC αρνήθηκε κατηγορηματικά οποιαδήποτε μεροληψία, όπως ήταν αναμενόμενο.

Τα ίδια αποτελέσματα προέκυψαν και στις επόμενες προεδρικές εκλογές μεταξύ των Μιχάλη Δουκάκη και George Bush, όταν ο Brian Mullen επανέλαβε το ίδιο πείραμα.

Οι θέση “ισχύος” των παρουσιαστών και η αποδοχή τους ως αυθεντίες από το κοινό φάνηκε ότι κατέστησαν ικανές εκφράσεις του προσώπου, οι οποίες μπορεί να μην έγιναν άμεσα αντιληπτές αλλά και να έγινε προσπάθεια να μην εμφανιστούν για λόγους αντικειμενικότητας, να μεταδώσουν μηνύματα, τα οποία επέδρασαν σημαντικά στο ακροατήριο των καναλιών διαμορφώνοντας υποσυνείδητα την προτίμηση του κοινού προς τους υποψήφιους.

Υλικό για το παρόν άρθρο αντλήθηκε από το βιβλίου του Αξιωματικού της Ελ.Ασ. Χρήστου Χριστοδόυλου με τίτλο “Η γλώσσα του σώματος και οι τεχνικές ανάκρισης”, Αθήνα, 2009. Διαβάστε περισσότερα στο blog του στη διεύθυνση https://glossa-soma.blogspot.gr/.

Απόφοιτος Μουσικολογίας, αιώνιος φοιτητής Μαθηματικών. Δημοσιογραφεί για διάφορα θέματα, κυρίως τέχνης και επιστήμης.
Μέλος διαφόρων δημοσιογραφικών ενώσεων, αλλά όχι της ΕΣΗΕΑ.