Άρθρο Πρωτοσέλιδο

The Burning Violin (φλεγόμενο βιολί), του Θανάση Μπίκα

27 Ιαν, 2018 On The Record

Σιωπηλή, κρύα νύχτα. Νηνεμία πριν την καταιγίδα. Ξαφνικά από μακριά ακούγεται η απανωτή ιαχή «Juden Raus». Όλο και ζυγώνει. Φτάνει έως το κατώφλι. Μπουκάρει με μια κλωτσιά. Γκρίζες στολές σέρνουν μικρούς και μεγάλους. Βιαστικά παίρνουν ότι βρουν μπροστά τους.

Γράφει ο Θανάσης Μπίκας

Στοιβάζονται σαν παστές σαρδέλες μέσα στα βαγόνια. Στο πάτωμα λίγα άχυρα με ανθρώπινα ούρα και περιττώματα. Μια δυσβάσταχτη μυρωδιά. Φωνές και δάκρυα. Ένα μπουλούκι ανθρώπων που δεν ήξερε που πάει, πότε ξημερώνει, πότε βραδιάζει…

Έφτασε. Το φως πέφτει ενοχλητικά στα μάτια. Τινάζονται, ξεμουδιάζουν. Η κλασική μουσική στα μεγάφωνα προσπαθεί μάταια να καλύψει τις κραυγές των ανθρώπων. Τσίτσιδοι. Στηθοσκόπια. Ξυριστικές μηχανές. Μια γραφειοκρατική μελανιά. Νιφάδες καμένης σάρκας πέφτουν αργά στα μαλλιά τους. Κατανοούν ότι αν υπάρχει κόλαση, τότε στο δέρμα τους νιώθουν τους ατμούς του καζανιού. 

Ομίχλη και παγωνιά. Η φύση σκηνοθετεί ένα τρομακτικό τοπίο. Περνώ την βαριά μεταλλική πόρτα και την ιστορική πινακίδα που αναγράφει: «Arbeit macht frei» (Η εργασία απελευθερώνει). Ανατριχίλα. Διαβαίνω τα ευθυγραμμισμένα τούβλινα κτίρια. Τα διαβολεμένα σπιρτόκουτα. Σωροί από παπούτσια, γυαλιά μυωπίας, τούφες μαλλιών, αντικείμενα που κάποτε καθρέφτιζαν βουρκωμένα βλέμματα. Πορτρέτα αμούστακων παιδιών, κοντοκουρεμένων γυναικών, ανθρώπων χωρίς μάγουλα, βαθιά σκαμμένα πρόσωπα, ξεσκέπαστοι σκελετοί. Μπαινοβγαίνω, περπατώ, φαντάζομαι μα μάταια ο ανθρώπινος νους μπορεί να αντιληφθεί τη διάσταση του μαρτυρίου που υποβλήθηκαν τα θύματα του ναζισμού.

Στις 6 Νοεμβρίου 1940 η Άννα Φρανκ σημείωνε: «Αν ήθελα να βάλω μια αφίσα για κάθε επτά Πολωνούς που εκτελέστηκαν, τα πολωνικά δάση δεν θα ήταν αρκετά για να φτιάξουν το χαρτί για αυτές τις σημειώσεις».

Παρεμπιπτόντως, ένα από τα πιο ρομαντικά τραγούδια του 20ου αιώνα, το ερωτικό «Dance me to the end of love» του αείμνηστου Leonard Cohen, αναφέρεται στη κτηνωδία του Άουσβιτς. Προσέξτε την ειδική νύξη στον στίχο περί «burning violin». Είναι μια ωδή στον εμβριθή Ελληνοεβραίο, Ιάκωβο Στρούμσα, κρατούμενο «121000097», γεννηθείς το 1913 στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος έμελλε να μείνει στην ιστορία ως ο «βιολιστής του Άουσβιτς».

Στον Στρούμσα είχε οριστεί από τους ναζί το μακάβριο καθήκον να συνοδεύει με μουσική τη θλιβερή πορεία των καταραμένων του Γ’ Ράιχ προς τους θαλάμους αερίων, για λόγους ευταξίας αλλά και σαρκασμού. Τα ξυλιασμένα από το αφόρητο κρύο δάχτυλά του έπαιζαν μουσική για την τελευταία πνοή των παιδιών τους, των συζύγων τους, των γονιών τους!

Το τραγούδι μιλά για την απώλεια ανθρώπων που ξεψύχησαν στους θαλάμους αερίων, στις αίθουσες βασανιστηρίων ή στα βιομηχανικά εργοτάξια της ναζιστικής εθνοκάθαρσης. Μιλά για την προσωρινή απώλεια της πίστης στη δύναμη της αγάπης ως σωτήριας λύση στα προβλήματα της ανθρωπότητας, συνεπεία του απόλυτου σοκ της τήξης 1,1 εκατομμυρίου αθώων θυμάτων στις υψικαμίνους των στρατοπέδων εξόντωσης του Άουσβιτς. Με ανατριχιαστικό λυρισμό, απέραντη συμπόνια και με την ελπίδα πως η ομορφιά μπορεί να σώσει τον κόσμο, ο Leonard Cohen τραγουδά «Χόρεψέ με ως το τέλος της αγάπης».

Από τον αείμνηστο Ιάκωβο Στρούμσα έως τους Θεσσαλονικείς Εβραίους, Χάιντς Κούνιο και Ζάνα Σαντικάριο-Σαατσόγλου, που επέζησαν του ολοκαυτώματος, η πόλη της Μακεδονίας γνώρισε αρκετά καλά την φρίκη του ναζισμού.

Μετά βδελυγμίας, παρατήρησα πρόσφατα ότι με αφορμή το συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη για την ελληνικότητα της Μακεδονίας πάλι πήραμε του δρόμους και τα πληκτρολόγια με μια μεζούρα «πατριωτισμού». Κι αρχίσαμε το μέτρημα. Ψηλός, μαζί μας. Κοντός, απέναντι. Και το αντίστροφο. Από τη μια, μια εθνικόφρονα έπαρση, κι από την άλλη ένας μηδενισμός, ένα «τίποτα». Εν τέλει, ένας διχασμός και ένα πηγαίο μίσος για τον εαυτό μας, το σπίτι μας, την κατσίκα του γείτονα.

Από τους δεινοσαύρους έως τα drones, τούτη η φλούδα πέρασε πολλά δεινά λόγω της μισαλλοδοξίας και του αυταρχισμού. Ο άνθρωπος είναι αγελαίο ων. Το κοπάδι, του παρέχει ασφάλεια. Είναι, επίσης, ένα αδηφάγο ζώο. Θα κατασπαράξει αχόρταγα για μια εύκολη επιβίωση. Αν και είναι μια άνιση μάχη με την μητέρα φύση οφείλουμε να σκεπάσουμε, όσο είναι δυνατόν, με αγάπη και ανιδιοτέλεια τα ζωώδη ένστικτα. Οφείλουμε να σεβόμαστε τις απόψεις και τα «πιστεύω» κάθε ανθρώπου, ανεξαρτήτως ιδεολογίας, χρώματος. Για να μείνουμε μακριά από φλογισμένα βιολιά, στρατευμένες τέχνες και αιχμάλωτες ψυχές.

Κλείνω αυτή την ιστορία με μια σκέψη του σπουδαίου στωικού φιλοσόφου και Ρωμαίου αυτοκράτορα, Μάρκου Αυρήλιου: «Το αγγούρι είναι πικρό. Πέταξέ το. Υπάρχουν θάμνοι στο δρόμο. Απόφυγέ τους. Αυτό είναι αρκετό. Δεν είναι ανάγκη να λες «γιατί υπάρχουν τέτοια πράγματα στον κόσμο;».

*Στη μνήμη όσων χάθηκαν στο Άουσβιτς