Μοιραστείτε το άρθρο...

Στο παρακάτω κείμενο ο φιλόλογος Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς παρουσιάζει την ετυμολογία των ονομάτων πολλών μουσικών οργάνων. Θα εκπλαγείτε σε ορισμένα σημεία.

Η μουσική είναι γνωστό ότι κατέχει μια ιδιαίτερη και ξεχωριστή θέση στους πολιτισμούς ανά τον κόσμο.

Η δύναμή της έχει τεράστια επίδραση τόσο στο σύνολο της κοινωνίας όσο και στον άνθρωπο ως μονάδα.

Πήρε το όνομά της, σύμφωνα με τα γραπτά των αρχαίων Ελλήνων, από τις Μούσες, οι οποίες στην αρχαία ελληνική μυθολογία ήταν εννέα θεότητες που θεωρούνταν προστάτιδες της μουσικής.

Η λέξη μούσα τώρα ετυμολογείται από την αρχαιότερη ρίζα «μόνθα», παράγωγο του ρήματος μανθάνω.

Τα κυριότερα μουσικά όργανα και η ετυμολογία τους είναι τα εξής:

Τσαμπούνα: η τσαμπούνα είναι λαϊκό πνευστό όργανο, με δύο αυλούς και ασκό. Προέρχεται από το ιταλικό zampogna που ανάγεται στο λατινικό symphonia, που είναι βέβαια η ελληνική λέξη συμφωνία. Γιατί όμως ένα τέτοιο όργανο να ονομαστεί «συμφωνία»; Το νόημα του όρου είναι ότι δύο ή περισσότεροι αυλοί (στα ιταλικά όργανα είναι συνήθως τέσσερις) ηχούν ταυτόχρονα.

Μπουζούκι: το μπουζούκι, ως μουσικό όργανο, προέρχεται από την αρχαία Ελλάδα ενώ η ονομασία του έχει τούρκικη προέλευση. Στην Αρχαία Ελλάδα υπήρχε αντίστοιχο όργανο το οποίο ήταν γνωστό με τις ονομασίες ”Πανδουρίδιον” ή αλλιώς και ”τρίχορδο”, καθώς είχε τρεις χορδές. Η σημερινή ονομασία προέρχεται από το τουρκικό bozuk düzen= χαλασμένο κούρδισμα. Η ονομασία αυτή δόθηκε στο μουσικό όργανο της Ανατολίας, επειδή πιστευόταν ότι έπρεπε να γίνουν μεταβολές στο κούρδισμά του, καθώς έχανε συχνά τον τόνο του και έβγαζε παράφωνους ήχους. Από δω προέρχεται και η έκφραση μπουζουκοκέφαλος, δηλαδή ο έχων «χαλασμένο» κεφάλι, ο ξεροκέφαλος.

Κιθάρα: από την αρχαία λέξη κίθαρις. Ήταν το όργανο των επαγγελματιών κιθαρωδών και των μεγάλων μουσικών αγώνων και αναφέρεται συχνά στον Όμηρο.(π.χ κήρυξ δ’ εν χερσίν κίθαριν περικαλλέα θήκεν Φημίω = κι ένας κήρυκας έβαλε στα χέρια του Φήμιου την πανέμορφη κίθαρη). Κατασκευάζονταν συνήθως από κέλυφος χελώνας, κέρατα και ξύλο.

Τρομπέτα: από την ιταλική λέξη trombetta, υποκοριστικό τού ουσιαστικού tromba =η σάλπιγγα. Ουσιαστικά όμως η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «στρόμβος», που σήμαινε «μεγάλο θαλασσινό κοχύλι». Ο σωλήνας της σύγχρονης τρομπέτας είναι αναδιπλωμένος ενώ η αρχαία σάλπιγγα, που ήταν πρόγονός της, είχε ευθύ σωλήνα. Συγγενής λέξη με την τρομπέτα είναι και το τρομπόνι από τη λέξη trombone που σημαίνει «μεγάλη τρομπέτα».

Άρπα: συμφωνικό έγχορδο μουσικό όργανο. Προέρχεται από το ιταλικό arpa το οποίο με την σειρά του ανάγεται στο αρχαίο ρήμα αρπώ και αρπάζω και στην αρχαία ελληνική ἅρπη =είδος ορνέου, αρπακτικού, καθώς θεωρούνταν πως το όργανο παίζεται με τη χρήση όλων των δακτύλων μιμούμενα αρπακτικό πτηνό.

Τύμπανο: από το αρχαίο ρήμα τύπτω =κτυπώ. Αρχικά σήμαινε το ρόπαλο με το οποίο χτυπούν το τύμπανο. Κατόπιν ονομάστηκε, κατά συνεκδοχή, ολόκληρο το όργανο.

Κλαρίνο (ή Ευθύαυλος): κατά μία άποψη προέρχεται από την ιταλική λέξη clarino

Βιολί: η λέξη “βιολί” προέρχεται από τη λατινική λέξη vitula που σημαίνει έγχορδο όργανο. Το ρήμα “vitulare” σήμαινε “τραγουδώ” ή “ευφραίνομαι”. Η λέξη “vitula” εξελίχθηκε στην παλιά Γαλλική λέξη “vielle” που έγινε “vyell” το Μεσαίωνα. Το “vyell” έγινε “viol” και τελικά “violon” ως ονομασία γένους της οικογένειας του βιολιού. Ο όρος “violon” απαντάται για πρώτη φορά σε ένα χειρόγραφο του 1523.

Μπαγλαμάς: από το τουρκικό ρήμα bağlamak που σημαίνει δένω, συνδέω. Αποτελεί το όργανο του φυλακισμένου. Είναι η συντροφιά του και ίσως το όνομα του προήλθε από το δέσιμο, την σύνδεση του οργανοπαίκτη με το όργανο. Από το ρήμα bağlamak προήλθε και το ρήμα μπαγλαρώνω: συλλαμβάνω, φυλακίζω.

Ακορντεόν: από την γαλλική γαλλική λέξη accordeon < λατιν. accordare = ρυθµίζω. Η λέξη χρησιµοποιήθηκε τον 15ο αιώνα ως µουσικός όρος µε επίδραση της ελληνικής λέξης χορδή> λατιν. chorda > γαλλ. corde.

Μαντολίνο: το μουσικό όργανο μαντολίνο οφείλει το όνομά του στην ιταλική λέξη mandolino, που είναι υποκοριστικό του ουσιαστικού mandola (το αμύγδαλο) λόγω της ομοιότητας του σχήματος του μαντολίνου με αμύγδαλο. Η λέξη mandola πάλι έχει τις ρίζες της στην αρχαία λέξη αμυγδαλή= το αμύγδαλο.

Λαούτο: αν και το όργανο πρωτοεμφανίστηκε στην Μεσοποταμία την 3η χιλιετηρίδα π.Χ., ο όρος «λαούτο» πρωτοχρησιμοποιήθηκε στη Γαλλία το 13ο μ.Χ. αιώνα και προέρχεται από το αραβικό – ανδαλουσιανό όργανο που εισήχθη στην Ευρώπη κατά την επέλαση των Αράβων στην Ισπανία. Η ετυμολογία του όρου έχει τις ρίζες της στην αραβική φράση «al oud» που, σημαίνει ξύλο ή ευλύγιστο ραβδί.

Νταούλι: από την τουρκική λέξη davul =το τύμπανο.

Ζουρνάς: προέρχεται από την τουρκική λέξη zurna και την σύνθετη περσική λέξη surnay που αποτελείται από το syr = γιορτή και το nay = το καλάμι , ο σωλήνας. Ήταν είδος τρομπέτας που την χρησιμοποιούσαν σε εορταστικές εκδηλώσεις.

Πιάνο (παλαιότερη ελληνική απόδοση: κλειδοκύμβαλο): η λέξη αποτελεί σύντμηση της παλιότερης ονομασίας του οργάνου που ήταν piano (σιγά)+ forte (δυνατά). Ο Ιταλός Κριστοφόρι το 1709, σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει σφυράκια για να χτυπούν τις χορδές κι έτσι ο μουσικός μπορούσε πια να ποικίλλει την ένταση του ήχου του (μία σιγά, μία δυνατά)

Σαντούρι: η ονομασία του προέρχεται πιθανόν από το βυζαντινό όργανο Ψαλτήρι, που κατέληξε -με την πάροδο αιώνων- να αποδίδεται ως Σαντούρι( Ψαλτήρι – Ψαλτίρ- Σαντίρ – Σαντούρι). Κατά μια άλλη εκδοχή, η ονομασία προέρχεται από την περσική λέξη santar που σημαίνει «εκατό χορδές».

Λύρα: σύμφωνα με τον μύθο η πρώτη λύρα δόθηκε ως δώρο στον Απόλλωνα από τον Ερμή. Στην περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ο όρος «λύρα» (Λατινικά: lura) περιέγραφε ένα αχλαδόμορφο μουσικό όργανο που παιζόταν με δοξάρι, αντίστοιχο του Ραμπάμπ (Rabab) που παιζόταν στον Αραβικό κόσμο εκείνης της εποχής. Θεωρείται ότι κατάγεται από την αρχαιοελληνική λύρα που ήταν το «εθνικό» μουσικό όργανο των αρχαίων Ελλήνων. Η λύρα ονομαζόταν και χέλυς, δηλαδή χελώνα, γιατί το ηχείο της ήταν από όστρακο χελώνας (ή το μιμούνταν). O όρος λύρα αποτελεί πιθανώς δάνειο από κάποια μη ινδοευρωπαϊκή γλώσσα της Μεσογείου.

Σαξόφωνο: η λέξη προέρχεται από το όνομα του Adolphe Sax (1814-1894), Βέλγου κατασκευαστή οργάνων.

Φλάουτο: από το ιταλικό flauto που παράγεται από το λατινικό ρήμα flare = φυσώ, πνέω.

Μπορείτε να επικοινωνήσετε με το κύριο Κατσαρά στο email: [email protected].

Απόφοιτος Μουσικολογίας, αιώνιος φοιτητής Μαθηματικών. Δημοσιογραφεί για διάφορα θέματα, κυρίως τέχνης και επιστήμης.


Μοιραστείτε το άρθρο...